oscilar
os
os
os
ci
θi
thi
lar
ˈlaɾ
lar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "oscilar"στα ισπανικά

oscilar
01

ταλαντεύομαι, κυμαίνομαι

moverse o variar entre diferentes puntos, valores o estados 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
oscilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
oscila
ενεστώτα μετοχή
oscilando
απλός αόριστος
osciló
παθητική μετοχή
oscilado
Παραδείγματα
Los precios del mercado oscilan constantemente. 

Οι τιμές της αγοράς κυμαίνονται συνεχώς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store