Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oscilar
01
ταλαντεύομαι, κυμαίνομαι
moverse o variar entre diferentes puntos, valores o estados
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
oscilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
oscila
ενεστώτα μετοχή
oscilando
απλός αόριστος
osciló
παθητική μετοχή
oscilado
Παραδείγματα
Mi decisión oscila entre aceptar o rechazar la oferta.
Η απόφασή μου ταλαντεύεται μεταξύ αποδοχής ή απόρριψης της προσφοράς.



























