oscilar
Pronunciation
/ˌɔsθilˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "oscilar"στα ισπανικά

oscilar
01

ταλαντεύομαι, κυμαίνομαι

moverse o variar entre diferentes puntos, valores o estados
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
oscilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
oscila
ενεστώτα μετοχή
oscilando
απλός αόριστος
osciló
παθητική μετοχή
oscilado
Παραδείγματα
Mi decisión oscila entre aceptar o rechazar la oferta.
Η απόφασή μου ταλαντεύεται μεταξύ αποδοχής ή απόρριψης της προσφοράς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store