Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
degustar
01
γευματίζομαι
probar un alimento o bebida para apreciar su sabor y calidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
degusto
γ΄ ενικό πρόσωπο
degusta
ενεστώτα μετοχή
degustando
απλός αόριστος
degustó
παθητική μετοχή
degustado
Παραδείγματα
Degustamos quesos franceses en el mercado.
Δοκιμάσαμε γαλλικά τυριά στην αγορά.



























