Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El autocontrol
01
αυτοέλεγχος, αυτοκυριαρχία
capacidad de controlar los propios impulsos, emociones o acciones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El autocontrol financiero permite ahorrar dinero.
Ο αυτοέλεγχος των οικονομικών επιτρέπει την εξοικονόμηση χρημάτων.
Λεξικό Δέντρο
autocontrol
control



























