autocomplaciente
Pronunciation
/ˌaʊtokˌɔmplaθjˈɛnte/

Ορισμός και σημασία του "autocomplaciente"στα ισπανικά

autocomplaciente
01

αυτοϊκανοποιημένος, φαντασμένος

que muestra satisfacción excesiva consigo mismo o con sus propias acciones 
autocomplaciente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más autocomplaciente
συγκριτικός βαθμός
más autocomplaciente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
autocomplaciente
αρσενικό πληθυντικό
autocomplacientes
θηλυκό ενικό
autocomplaciente
θηλυκό πληθυντικό
autocomplacientes
θεματικό πεδίο
actitud, psicología
Παραδείγματα
Adoptó una actitud autocomplaciente tras el éxito. 

Υιοθέτησε μια αυτάρεσκη στάση μετά την επιτυχία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store