Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
autocomplaciente
01
αυτοϊκανοποιημένος, φαντασμένος
que muestra satisfacción excesiva consigo mismo o con sus propias acciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más autocomplaciente
συγκριτικός βαθμός
más autocomplaciente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
autocomplaciente
αρσενικό πληθυντικό
autocomplacientes
θηλυκό ενικό
autocomplaciente
θηλυκό πληθυντικό
autocomplacientes
Παραδείγματα
Mostró una sonrisa autocomplaciente.
Έδειξε ένα αυτάρεσκο χαμόγελο.



























