el autocontrol
autocontrol
autokontɾol
aootokontrol
colesterolvoleibolinterpolgirasol

Ορισμός και σημασία του "autocontrol"στα ισπανικά

El autocontrol
01

αυτοέλεγχος, αυτοκυριαρχία

capacidad de controlar los propios impulsos, emociones o acciones 
el autocontrol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El autocontrol es importante en situaciones difíciles. 

Ο αυτοέλεγχος είναι σημαντικός σε δύσκολες καταστάσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

autocontrol
control
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store