suponer
Pronunciation
/sˌuponˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "suponer"στα ισπανικά

suponer
01

υποθέτω, προϋποθέτω

considerar algo como verdadero o posible sin tener certeza absoluta
suponer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
supongo
γ΄ ενικό πρόσωπο
supone
ενεστώτα μετοχή
suponiendo
απλός αόριστος
supuso
παθητική μετοχή
supuesto
Παραδείγματα
No supongas nada sin preguntar.
Μην υποθέτεις τίποτα χωρίς να ρωτήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store