Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El superávit
01
πλεόνασμα, πλεονάζον
exceso de algo, especialmente de dinero o recursos, respecto a lo necesario o previsto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
superávits
Παραδείγματα
El superávit fiscal indica que los ingresos superan los gastos.
Το πλεόνασμα του προϋπολογισμού δείχνει ότι τα έσοδα υπερβαίνουν τις δαπάνες.



























