el superávit
su
su
soo
perá
ˈpeɾa
pera
vit
βit
bit
afidávit

Ορισμός και σημασία του "superávit"στα ισπανικά

01

πλεόνασμα, πλεονάζον

exceso de algo, especialmente de dinero o recursos, respecto a lo necesario o previsto 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
superávits
Παραδείγματα
El país registró un superávit en la balanza comercial. 

Η χώρα κατέγραψε πλεόνασμα στο εμπορικό ισοζύγιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store