supuesto
sup
ˈsup
soop
ues
wes
ves
to
to
to
expuestoimpuestoindigestomodesto

Ορισμός και σημασία του "supuesto"στα ισπανικά

01

υποτιθέμενος, υποθετικός

que se da por cierto o verdadero sin estar comprobado 
supuesto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más supuesto
συγκριτικός βαθμός
más supuesto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
supuesto
αρσενικό πληθυντικό
supuestos
θηλυκό ενικό
supuesta
θηλυκό πληθυντικό
supuestas
Παραδείγματα
El supuesto culpable fue arrestado anoche. 

Ο υποτιθέμενος ένοχος συνελήφθη χθες το βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store