Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supuesto
01
υποτιθέμενος, υποθετικός
que se da por cierto o verdadero sin estar comprobado
Παραδείγματα
El supuesto contrato nunca fue firmado.
Το υποτιθέμενο συμβόλαιο ποτέ δεν υπογράφηκε.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
υποτιθέμενος, υποθετικός