Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mortificación
01
ντροπή, ταπείνωση
un sentimiento intenso de vergüenza, bochorno o humillación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Es una mortificación tener que pedir dinero prestado.
Είναι ταπείνωση να πρέπει να ζητήσεις δανεικά χρήματα.



























