mortificar

Ορισμός και σημασία του "mortificar"στα ισπανικά

mortificar
01

βασανίζω, ταπεινώνω

causar a alguien molestia, pena o vergüenza persistentes
mortificar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
mortifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
mortifica
ενεστώτα μετοχή
mortificando
απλός αόριστος
mortificó
παθητική μετοχή
mortificado
Παραδείγματα
Un pequeño error no debería mortificarte tanto.
Ένα μικρό λάθος δεν θα έπρεπε να σε ταπεινώνει τόσο πολύ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store