mosquito
mos
mɔs
maws
qui
ˈki
ki
to
to
to

Ορισμός και σημασία του "mosquito"στα ισπανικά

El mosquito
[gender: masculine]
01

κουνούπι

insecto pequeño que pica y puede transmitir enfermedades
el mosquito definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mosquitos
Παραδείγματα
En la selva hay muchos mosquitos.
Στη ζούγκλα υπάρχουν πολλά κουνούπια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store