Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mortificar
01
βασανίζω, ταπεινώνω
causar a alguien molestia, pena o vergüenza persistentes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
mortifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
mortifica
ενεστώτα μετοχή
mortificando
απλός αόριστος
mortificó
παθητική μετοχή
mortificado
Παραδείγματα
Sus constantes críticas mortificaban a su hijo.
Οι συνεχείς κριτικές του βασάνιζαν τον γιο του.



























