la mortalidad
Pronunciation
/mˌɔɾtaliðˈad/

Ορισμός και σημασία του "mortalidad"στα ισπανικά

01

θνησιμότητα

tasa o número de muertes en una población durante un periodo determinado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mortalidades
Παραδείγματα
La pandemia elevó la mortalidad mundial.
Η πανδημία αύξησε την παγκόσμια θνησιμότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store