Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mortalidad
01
θνησιμότητα
tasa o número de muertes en una población durante un periodo determinado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mortalidades
Παραδείγματα
La mortalidad infantil ha disminuido.
Η θνησιμότητα των βρεφών μειώθηκε.



























