la mortalidad
mor
moɾ
mor
ta
ta
ta
li
li
li
dad
ˈðað
dhadh
moralidadmodalidad

Ορισμός και σημασία του "mortalidad"στα ισπανικά

01

θνησιμότητα

tasa o número de muertes en una población durante un periodo determinado 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mortalidades
Παραδείγματα
La mortalidad infantil ha disminuido. 

Η θνησιμότητα των βρεφών μειώθηκε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store