el modo
mo
ˈmo
μο
do
ðo
δο
mondo

Ορισμός και σημασία του "modo"στα ισπανικά

01

μέθοδος

una forma o manera de hacer algo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
modos
Παραδείγματα
Explicó el modo correcto de usar la herramienta. 

Εξήγησε τον σωστό τρόπο χρήσης του εργαλείου.

02

τροπή, μουσική τροπή

un tipo de escala musical que define el carácter de una melodía 
Παραδείγματα
La canción está compuesta en el modo dórico. 

Το τραγούδι είναι συντεθειμένο στο δωρικό τρόπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store