mojar
Pronunciation
/moxˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "mojar"στα ισπανικά

01

βρέχω, υγραίνω

poner agua o líquido sobre algo para que no esté seco
mojar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
moja
ενεστώτα μετοχή
mojando
απλός αόριστος
mojé
παθητική μετοχή
mojado
Παραδείγματα
El café derramado mojó la mesa.
Ο καφές που χύθηκε μούλιασε το τραπέζι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store