mojar
mo
mo
mo
jar
ˈxaɾ
khar
majarmolar

Ορισμός και σημασία του "mojar"στα ισπανικά

01

βρέχω, υγραίνω

poner agua o líquido sobre algo para que no esté seco 
mojar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
moja
ενεστώτα μετοχή
mojando
απλός αόριστος
mojé
παθητική μετοχή
mojado
Παραδείγματα
Ella usó una esponja para mojar la superficie. 

Χρησιμοποίησε ένα σφουγγάρι για να βρέξει την επιφάνεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store