Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mojar
01
βρέχω, υγραίνω
poner agua o líquido sobre algo para que no esté seco
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
moja
ενεστώτα μετοχή
mojando
απλός αόριστος
mojé
παθητική μετοχή
mojado
Παραδείγματα
El café derramado mojó la mesa.
Ο καφές που χύθηκε μούλιασε το τραπέζι.



























