Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manejar
01
οδηγώ, κατευθύνω
conducir un vehículo
Παραδείγματα
Nos turnamos para manejar durante el viaje largo.
Εναλλάξαμε για να οδηγήσουμε κατά τη διάρκεια του μακρού ταξιδιού.
02
διαχειρίζομαι, διοικώ
administrar o supervisar algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
manejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
maneja
ενεστώτα μετοχή
manejando
απλός αόριστος
manejó
παθητική μετοχή
manejado
Παραδείγματα
El director maneja la organización con cuidado.
Ο διευθυντής διαχειρίζεται τον οργανισμό προσεκτικά.



























