Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manejar
01
οδηγώ, κατευθύνω
conducir un vehículo
Παραδείγματα
Aprendió a manejar a los 18 años.
Έμαθε να οδηγεί στα 18 του χρόνια.
02
διαχειρίζομαι, διοικώ
administrar o supervisar algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
manejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
maneja
ενεστώτα μετοχή
manejando
απλός αόριστος
manejó
παθητική μετοχή
manejado
Παραδείγματα
Ella sabe manejar bien su tiempo.
Ξέρει να διαχειρίζεται καλά το χρόνο της.



























