Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El mando
01
διοίκηση, έλεγχος
capacidad o poder para dirigir, controlar o dar órdenes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mandos
Παραδείγματα
Tiene un fuerte mando en la organización.
Έχει ισχυρή διοίκηση στον οργανισμό.
02
διοίκηση, εξουσία
cargo o posición de poder que permite dirigir o tomar decisiones en una organización
Παραδείγματα
Es difícil acceder a puestos de mando.
Είναι δύσκολο να αποκτήσετε πρόσβαση σε θέσεις διοίκησης.



























