Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La maduración
01
ωρίμανση, ανάπτυξη
proceso por el cual un ser vivo alcanza el desarrollo físico completo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Durante la maduración, el cuerpo experimenta muchos cambios.
Η ωρίμανση είναι μια περίοδος κατά την οποία το σώμα υφίσταται πολλές αλλαγές.



























