madurar

Ορισμός και σημασία του "madurar"στα ισπανικά

madurar
01

ωριμάζω

alcanzar el desarrollo físico propio de la edad adulta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
maduro
γ΄ ενικό πρόσωπο
madura
ενεστώτα μετοχή
madurado
απλός αόριστος
maduró
παθητική μετοχή
maduro
Παραδείγματα
Aún está madurando y su cuerpo cambia rápidamente.
Ακόμη ωριμάζει και το σώμα του αλλάζει γρήγορα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store