Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La madurez
[gender: feminine]
01
ωριμότητα, κατάσταση πλήρους ανάπτυξης
estado de desarrollo completo, tanto físico como mental o emocional, de una persona
Παραδείγματα
La madurez financiera se logra con planificación y disciplina.
Η οικονομική ωριμότητα επιτυγχάνεται με τον σχεδιασμό και την πειθαρχία.



























