Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
madrugar
[past form: madrugué][present form: madrugo]
01
σηκώνομαι νωρίς
levantarse muy temprano por la mañana
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
madrugo
γ΄ ενικό πρόσωπο
madruga
ενεστώτα μετοχή
madrugando
απλός αόριστος
madrugué
παθητική μετοχή
madrugado
Παραδείγματα
¿ Por qué madrugas tanto los fines de semana?
Γιατί σηκώνεσαι τόσο νωρίς τα σαββατοκύριακα ;



























