Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
madrugar
01
σηκώνομαι νωρίς
levantarse muy temprano por la mañana
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
madrugo
γ΄ ενικό πρόσωπο
madruga
ενεστώτα μετοχή
madrugando
απλός αόριστος
madrugué
παθητική μετοχή
madrugado
Παραδείγματα
Me gusta madrugar para aprovechar el día.
Μου αρέσει να σηκώνομαι νωρίς για να αξιοποιήσω τη μέρα.



























