Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inusitado
01
ασυνήθιστος,ασυνήθης, عجیب
que no es habitual o común en la realidad o en la apariencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas inusitado
συγκριτικός βαθμός
mas inusitado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inusitado
αρσενικό πληθυντικό
inusitados
θηλυκό ενικό
inusitada
θηλυκό πληθυντικό
inusitadas
Παραδείγματα
Era un fenómeno inusitado en la región.
Ήταν ένα ασυνήθιστο φαινόμενο στην περιοχή.



























