invalidar

Ορισμός και σημασία του "invalidar"στα ισπανικά

invalidar
01

ακυρώνω, αναιρώ

hacer que algo pierda validez, fuerza o eficacia; declarar que no tiene efecto legal o lógico
invalidar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
invalido
γ΄ ενικό πρόσωπο
invalida
ενεστώτα μετοχή
invalidando
απλός αόριστος
invalidó
παθητική μετοχή
invalidado
Παραδείγματα
La ley puede invalidar ciertos contratos bajo condiciones específicas.
Ο νόμος μπορεί να ακυρώσει ορισμένα συμβόλαια υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store