Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
invalidar
01
ακυρώνω, αναιρώ
hacer que algo pierda validez, fuerza o eficacia; declarar que no tiene efecto legal o lógico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
invalido
γ΄ ενικό πρόσωπο
invalida
ενεστώτα μετοχή
invalidando
απλός αόριστος
invalidó
παθητική μετοχή
invalidado
Παραδείγματα
Su argumento fue invalidado por falta de evidencia.
Το επιχείρημά του ακυρώθηκε λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων.



























