Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inusitado
01
ασυνήθιστος,ασυνήθης, عجیب
que no es habitual o común en la realidad o en la apariencia
Παραδείγματα
Era un fenómeno inusitado en la región.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ασυνήθιστος,ασυνήθης, عجیب