la inseguridad

Ορισμός και σημασία του "inseguridad"στα ισπανικά

La inseguridad
01

ανασφάλεια, έλλειψη αυτοπεποίθησης

un sentimiento de miedo, duda o falta de confianza en uno mismo
la inseguridad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La crítica constante aumenta su inseguridad.
Η συνεχής κριτική αυξάνει την ανασφάλειά της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store