Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inocuo
01
αβλαβής, καλοήθης
que no causa daño ni efectos nocivos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inocuo
συγκριτικός βαθμός
más inocuo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inocuo
αρσενικό πληθυντικό
inocuos
θηλυκό ενικό
inocua
θηλυκό πληθυντικό
inocuas
Παραδείγματα
El médico confirmó que la lesión era inocua.
Ο γιατρός επιβεβαίωσε ότι η βλάβη ήταν ακίνδυνη.



























