inocuo
inocuo
inicuo

Ορισμός και σημασία του "inocuo"στα ισπανικά

01

αβλαβής, καλοήθης

que no causa daño ni efectos nocivos 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inocuo
συγκριτικός βαθμός
más inocuo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inocuo
αρσενικό πληθυντικό
inocuos
θηλυκό ενικό
inocua
θηλυκό πληθυντικό
inocuas
Παραδείγματα
El tumor resultó ser inocuo. 

Ο όγκος αποδείχθηκε αβλαβής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store