la inducción
inducción
indugθjon
indoogthyon
inyeccióninaccióninfección

Ορισμός και σημασία του "inducción"στα ισπανικά

01

κίνητρο, ενθάρρυνση

acción de motivar o impulsar a alguien a actuar 
la inducción definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
inducciones
Παραδείγματα
La inducción para mejorar su desempeño fue clara. 

Η επαγωγή για τη βελτίωση της απόδοσής του ήταν ξεκάθαρη.

02

επαγωγή τοκετού

acción médica de iniciar o acelerar el parto mediante medicamentos 
Παραδείγματα
La inducción del parto se realizó con oxitocina. 

Η επαγωγή του τοκετού πραγματοποιήθηκε με οξυτοκίνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store