Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indocumentado
01
αναγνώριστος, παράνομος
persona que no tiene documentos legales para residir o trabajar en un país
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indocumentado
αρσενικό πληθυντικό
indocumentados
θηλυκό ενικό
indocumentada
θηλυκό πληθυντικό
indocumentadas
Παραδείγματα
Se crearon programas para ayudar a indocumentados.
Δημιουργήθηκαν προγράμματα για να βοηθήσουν τους αναγράφους.



























