Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indispensable
01
απαραίτητος
que no se puede dejar de tener o usar porque es muy necesario
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más indispensable
συγκριτικός βαθμός
más indispensable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indispensable
αρσενικό πληθυντικό
indispensables
θηλυκό ενικό
indispensable
θηλυκό πληθυντικό
indispensables
θεματικό πεδίο
necesidad, utilidad, valor
Παραδείγματα
El agua es indispensable para la vida.
Το νερό είναι απαραίτητο για τη ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
indispensable
dispensable
dispense



























