Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indispensable
01
απαραίτητος
que no se puede dejar de tener o usar porque es muy necesario
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más indispensable
συγκριτικός βαθμός
más indispensable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indispensable
αρσενικό πληθυντικό
indispensables
θηλυκό ενικό
indispensable
θηλυκό πληθυντικό
indispensables
Παραδείγματα
La cooperación de todos es indispensable.
Η συνεργασία όλων είναι απαραίτητη.
Λεξικό Δέντρο
indispensable
dispensable
dispense



























