Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indignar
01
αγανακτώ, προκαλώ αγανάκτηση
causar una ira moral profunda por algo considerado injusto o ofensivo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
indigno
γ΄ ενικό πρόσωπο
indigna
ενεστώτα μετοχή
indignando
απλός αόριστος
indignó
παθητική μετοχή
indignado
Παραδείγματα
Su decisión injusta está indignando a los empleados.
Η άδικη απόφασή του αγανακτεί τους υπαλλήλους.



























