Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indignar
01
αγανακτώ, προκαλώ αγανάκτηση
causar una ira moral profunda por algo considerado injusto o ofensivo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
indigno
γ΄ ενικό πρόσωπο
indigna
ενεστώτα μετοχή
indignando
απλός αόριστος
indignó
παθητική μετοχή
indignado
Παραδείγματα
La corrupción de los políticos indigna a los ciudadanos.
Η διαφθορά των πολιτικών αγανακτεί τους πολίτες.



























