la indignación

Ορισμός και σημασία του "indignación"στα ισπανικά

La indignación
01

αγανάκτηση, αγανάκτηση

un sentimiento fuerte de enfado y molestia causado por algo que se considera injusto, ofensivo o malvado
la indignación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su indignación era visible en su rostro.
Η αγανάκτησή της ήταν ορατή στο πρόσωπό της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store