el indulto
in
in
in
dul
ˈdul
dool
to
to
to
incultoinsulto

Ορισμός και σημασία του "indulto"στα ισπανικά

01

συγχώρεση, αμνηστία

perdón oficial que libera a alguien de una pena 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
indultos
Παραδείγματα
El presidente concedió un indulto al preso. 

Ο πρόεδρος παραχώρησε ένα indulto στον κρατούμενο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store