Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La indisposición
01
δυσφορία, αδιαθεσία
un malestar físico leve y temporal que impide sentirse bien o realizar actividades con normalidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
indisposiciones
Παραδείγματα
No fue al trabajo hoy debido a una indisposición.
Δεν πήγε στη δουλειά σήμερα λόγω δυσφορίας.



























