indiscutible
indiscutible

Ορισμός και σημασία του "indiscutible"στα ισπανικά

indiscutible
01

αναμφισβήτητος

que no puede ser negado o puesto en duda 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más indiscutible
συγκριτικός βαθμός
más indiscutible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indiscutible
αρσενικό πληθυντικό
indiscutibles
θηλυκό ενικό
indiscutible
θηλυκό πληθυντικό
indiscutibles
Παραδείγματα
Su talento es indiscutible. 

Το ταλέντο του είναι αναμφισβήτητο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store