incautar

Ορισμός και σημασία του "incautar"στα ισπανικά

incautar
01

κατασχέω, δημεύω

tomar posesión legal de bienes, dinero o mercancías, especialmente como evidencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
incauto
γ΄ ενικό πρόσωπο
incauta
ενεστώτα μετοχή
incautando
απλός αόριστος
incautó
παθητική μετοχή
incautado
Παραδείγματα
Incautaron la computadora como evidencia.
Κατέσχεσαν τον υπολογιστή ως αποδεικτικό στοιχείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store