inaugurar

Ορισμός και σημασία του "inaugurar"στα ισπανικά

inaugurar
01

εγκαινιάζω

celebrar la ceremonia de apertura o de inicio oficial de algo, como un edificio o un mandato
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
inauguro
γ΄ ενικό πρόσωπο
inaugura
ενεστώτα μετοχή
inaugurando
απλός αόριστος
inauguró
παθητική μετοχή
inaugurado
Παραδείγματα
El presidente inauguró el nuevo hospital.
Ο πρόεδρος εγκαινίασε το νέο νοσοκομείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store