inaugural
inaugural

Ορισμός και σημασία του "inaugural"στα ισπανικά

01

εναρκτήριος

relativo a una ceremonia de comienzo o de toma de posesión de un cargo oficial 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inaugural
αρσενικό πληθυντικό
inaugurales
θηλυκό ενικό
inaugural
θηλυκό πληθυντικό
inaugurales
θεματικό πεδίο
ceremonia, cargo, política
Παραδείγματα
Pronunció su discurso inaugural como presidente. 

Έβγαλε τον εναρκτήριο λόγο του ως πρόεδρος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store