Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inaugural
01
εναρκτήριος
relativo a una ceremonia de comienzo o de toma de posesión de un cargo oficial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inaugural
αρσενικό πληθυντικό
inaugurales
θηλυκό ενικό
inaugural
θηλυκό πληθυντικό
inaugurales
Παραδείγματα
La obra inaugural del festival fue un éxito.
Το εναρκτήριο έργο του φεστιβάλ ήταν επιτυχία.



























