incapaz
incapaz

Ορισμός και σημασία του "incapaz"στα ισπανικά

01

ανίκανος, ανεπαρκής

que no tiene la capacidad o habilidad para hacer algo 
incapaz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más incapaz
συγκριτικός βαθμός
más incapaz
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
incapaz
αρσενικό πληθυντικό
incapaces
θηλυκό ενικό
incapaz
θηλυκό πληθυντικό
incapaces
Παραδείγματα
Es incapaz de levantar objetos pesados. 

Είναι ανίκανος να σηκώσει βαρέα αντικείμενα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store