Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incapaz
01
ανίκανος, ανεπαρκής
que no tiene la capacidad o habilidad para hacer algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más incapaz
συγκριτικός βαθμός
más incapaz
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
incapaz
αρσενικό πληθυντικό
incapaces
θηλυκό ενικό
incapaz
θηλυκό πληθυντικό
incapaces
Παραδείγματα
Algunos animales son incapaces de adaptarse a cambios rápidos.
Μερικά ζώα είναι ανίκανα να προσαρμοστούν σε γρήγορες αλλαγές.



























