Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inaugurar
01
εγκαινιάζω
celebrar la ceremonia de apertura o de inicio oficial de algo, como un edificio o un mandato
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
inauguro
γ΄ ενικό πρόσωπο
inaugura
ενεστώτα μετοχή
inaugurando
απλός αόριστος
inauguró
παθητική μετοχή
inaugurado
Παραδείγματα
Inauguró su mandato con un discurso de esperanza.
Εγκαινίασε τη θητεία του με ένα λόγο ελπίδας.



























